Τήνερος

Τήνερος
Τήνερος son of Apollo and Melia, who gave his name to the plain of Teneros in Boeotia, prophet of the sanctuary of Ptoian Apollo there and of Ismenian Apollo, cf. fr. 51d.
1

ἥρωα Τήνερον λέγομεν[ Pae. 7.13

χρηστήριον ἐν ᾧ Τήνερον εὐρυβίαν θεμίτ[ων ] ἐξαίρετον προφάταν ἔτεκ[ε ] κόρα μιγεῖσ' ὠκεανοῦ Μελία σέο, Πύθι[ε Pae. 9.41


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Τήνερος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τηνέρου — Τήνερος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τηνέρῳ — Τήνερος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τήνερον — Τήνερος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”